Friday, 26 August 2011

Μονάχοι στην αρχή, μονάχοι και στο τέλος

  Μάλιστα.

-Υπακοή Άγγελε, ούρλιαξα μέσα μου.
  Ή μάλλον υπομονή.  Γιατί ξέρω πως η επανάσταση μέσα μου κυρίευσε το μυαλό μου. Δεν αντέχω πια να αντιδρώ σε τέτοια πράγματα - μου φαίνονται τόσο ανούσια και με αδειάζουν , με κάνουν ανακυκλώσιμο τσίγκινο κουτάκι πορτοκαλάδας. Κοινώς, με κάνουν αναλώσιμο.
  Έκρυψα την απύθμενη οργή μου κάτω απ' την κουβέρτα του χαμόγελού μου. Εκείνου του ψεύτικου βέβαια που χρησιμοποιώ όταν θέλω να αποφύγω στιγμές σαν και αυτή ή σε κάτι ηλίθιες φωτογραφίες που δεν έχουν σκοπό και περιεχόμενο.
  Υποθέτω πως τώρα όλα έγιναν καλά, και δεν θέλω να εκραγώ σαν ηφαίστειο και να καταστρέψω τα πάντα γύρω μου.
-Άγγελε, όλα καλά. Πέρασε και αυτό.
 Το αμάξι σταματά με αυτόν τον ραγισμένο ήχο των ξεφτισμένων απ' το χρόνο φρένων. Εγώ τον αγαπώ όμως, και ας είναι τόσο παλιός. Τουλάχιστον αυτός με καταλαβαίνει. Καταλαβαίνει την φυλακή μου και με ειδοποιεί πως το -προσωρινό, δυστυχώς- μαρτύριο έλαβε τέλος. Κλωτσάω άχαρα την σαβουριασμένη πόρτα του μικρού βαν, πιστεύοντας πως σπάω τα δεσμά του φυλακισμένου Άγγελου - μαθημένος στο να προσδοκά την ελπίδα ακόμη και όταν έχει θαφτεί μίλια κάτω απ τη θάλασσα. Αυτό το λέω για κακό.
-Ανόητε Άγγελε, ξύπνα.
Ομολογώ όμως πως το εκτυφλωτικό φως απ' τον Ήλιο  που κατέκλυσε το βανάκι μου έδωσε ενέργεια. Αυτή που χρειαζόμουν για να αναπνεύσω. Και δεν εννοώ το οξυγόνο, φυσικά. Η ρουτίνα της αναπνοής πάντα με κούραζε, την βαριόμουν. Μου έδωσε έμπνευση, μία έμπνευση της στιγμής που όμως θα χαθεί στα σκοτεινά σοκάκια του θολωμένου μου μυαλού.
-Κρίμα Άγγελε, σκέφτομαι. Πλέον δεν καταλαβαίνω τι έχει απομένει να χάσεις.
Μισώ αυτόν τον αντίλογο του Άγγελου. Είναι μονίμως μονότονος, μονίμως αρνητικός και μονίμως κακοπροαίρετος. Ο ίδιος σου ο εαυτός σου να σου κάνει τον συνήγορο του Διαβόλου...

Τότε

  Αρχίζω να τρέχω. Να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Μέχρι τα πενυμόνια μου να σκάσουν, μέχρι να αισθανθώ το τράβιγμα στον αφαλό μου που με στέλνει πριν από την αρχή του χρόνου μου. Τα πάντα γύρω μου μπερδέυονται, χρώματα, κραυγές τρομαγμένων ανθρώπων ενώνονται και σκάνε στον αέρα σαν πυροτεχνήματα ενός πανηγυριού που ποτέ δεν επισκέφτηκα.
-Τους φόβησες.
-Σκάσε πια! Εδώ φοβήθηκα εγώ τον ίδιο μου τον εαυτό , τα έντρομα μάτια των άλλων θα λογαριάσουμε;
  Και τότε ήταν μία απ' τις στιγμές που έμεινα μόνος μου, χωρίς τον εαυτό μου. Και ,αρχικά, ένιωσα υπέροχα.
Παρόλα αυτά, ο διαμελισμός του χρόνου συνεχίστηκε. Δεν γνώριζα που ήμουν και κυρίως, δεν ήξερα που θα κατέληγα.
-Το βανάκι πρέπει να είναι εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρυά τώρα, σκέφτηκα.
  Η ταχύτητα θόλωσε τα μάτια μου και οι μπογιές που ζωγράφισαν τούτο το κόσμο μπερδέυτηκαν, αφήνοντάς με να θαυμάζω το μαύρο του σύμπαντος.
-Η αποσύνθεση πρέπει να έρχεται, σκέφτομαι.
  Αρχίζω να φοβάμαι. Τα δάκρυα ποτίζουν το μαραμένο μου κορμί ελπίζοντας να το αναστήσουν. Μπα, τι να σου κάνουν τα δάκρυα. Τα δάκρυα μου είναι μόνο γεμάτα μελαγχολία. Δεν έχουν δύναμη ούτε τον εαυτό μου να φέρουν πίσω.
-Αλήθεια, ακόμα μου κρατάει μουύρα; Όπου και να είναι εύχομαι να γυρίσει σύντομα, γιατί ειλικρινά φοβάμαι πολύ μόνος μου. Και εγώ ως αντάλλαγμα τον συγχωρώ που με κρίνει τόσο αυστηρά.
  Μα τίποτα. Μοναχός βαδίζω. Οι ακανόνιστες φωνές των ανθρώπων ηχούν πολύ μακρυά πια.
-Είσαι μόνος σου, σκέφτηκα. Άγγελε, μόνος σου. Μπορεί να μην είσαι σε κάποιο πυκνό δάσος της Βόρειας Ευρώπης όπως ευχόσουν, άλλα κοίτα, είσαι μόνος σου και κανένας δεν μπορεί να στο αλλάξει. Μα, εγώ θέλω πίσω τον εαυτό μου , μονολογώ. Απάντηση καμιά.

Λίγο πριν

  Είναι κρίμα, ουρλιάζω. Ποτέ δεν έκανα κακό σε κανέναν. Ποτέ... Πάντα τον εαυτό μου πυρπολούσα. Εμφύλιος πόλεμος σωστός. Δεν θέλω καθόλου να φύγω, ούρλιαξα ξανά. Μπορεί να μην πήρα τίποτα, αλλά έχω τόσα να επιστρέψω. Τόσα πολλά... Συγγνώμες, χαμόγελα, βλέμματα μαγικά που ντράπηκα να επιστρέψω. Ικέτεψα. Ίσως μία απ' τις πρώτες φορές στην ζωή μου. Αλλά σίγουρα, η τελευταία.
  Εδώ είναι αυτό που κάποτε μου λέγανε οι άνθρωποι μα ποτέ δεν κατάλαβα πως γίνεται. Όλα, λέει, τα ελέγχει το σύμπαν. Υπάρχουν δυνάμεις φοβερές και τρομερές, που δεν σε αφήνουν να κάνεις ότι θέλεις. Έτσι τηρείται μια κάποια ισορροπία, λέει .
Μακάρι να ήξερα τι σήμαινε όταν μπορούσα να αντιστρέψω το πιστόλι. Μα πλέον η βολή - και ο κύβος - ερρίφθη.

  Χαμογέλαω για μία τελευταία φορά. Με εκείνο το στραβό χαμόγελο που τόσο αγαπούσες, που τόσο έντεχνα πετύχαινες και τόσο αδέξια σε αντέγραφα.
-Έτσι θα είμαστε για πάντα μαζί , σκέφτηκα, ακόμα και μετά το Θάνατο.

Το Τώρα του Τότε

Και τα άστρα των ματιών μου, σαν καντήλια αναμμένα με τη φλόγα των θεών, σώπασαν.


Monday, 25 July 2011

Νυχτοπερπατήματα στους σκοτεινούς δρόμους των ανθρώπων

Ώρα 02:45 πμ

Στρίβω στο βρώμικο σοκάκι με τα σπασμένα γυαλιά-με τα αδειανά κουτιά της μπύρας και τους καμένους χαρταετούς
ανθρώπινα σώματα στοιβαγμένα στις γωνίες
χαραγμένα με αίμα και λάσπη, με πόνο και θάνατο
το βλέπεις στα κάτασπρα μάτια τους
συνεχίζω ακάθεκτος, κρατώντας την αναπνοή μου
διατηρώντας την νεκρική σιγή του στενού
φοβούμενος μην ξυπνήσω κανέναν-μνήμες νοερές ή τον κοιμισμένο αέρα που με πνίγει
Αδιαφορώ επιδεικτικά για το φεγγάρι στον σκοτεινό ουρανό που με κοιτάζει με το ύφος του καλού φίλου
σαν να με προειδοποιεί για αυτό που πρόκειται να ζήσω
γιατί , από εκεί ψηλά , τα βλέπει όλα, ακόμα και το αβέβαιο μέλλον μου
Φοράω την μαύρη κουκούλα και χάνομαι στο στενό, αφήνοντας πίσω την ικεσίες του φεγγαριού και το λιγοστό φως του
Η αίσθηση της όρασης που πλέον χάνω αφήνει εκείνη της οσμής να με κατακλύσει
απαίσιες μυρωδιές, σαν εκείνες της αποσύνθεσης μου τρυπάνε τα πνευμόνια σας δίκοπα μαχαίρια
αδιαφορώ ξανά.
Γνωρίζω ότι δεν πρόκειται για τα νεκρά κορμιά που είναι παντού τριγύρω
μα για το δικό μου κορμί, που ανυπομονεί να χαθεί , μιμούμενο το περιβάλλον του
δεν έχω όμως χρόνο για χάσιμο. Αρχίζω να σιγοτρέχω κρατώντας την αναπνοή μου σε τόσο χαμηλά επίπεδα που ούτε εγώ δεν την ακούω
Το μακρύ μαύρο παλτό με πνίγει. Έχει κολλήσει τόσο πολύ στην σάρκα μου που νομίζω πως αν το βγάλω θα μου ξεριζώσει την καρδιά
αδιαφορώ και πάλι.
Περνώ απ ένα μισογκρεμισμένο σπίτι με ένα αναμμένο λυχνάρι
δεν με βοηθάει να νιώσω ασφάλεια-το χάος της ασχήμιας που πολιορκεί τα μάτια μου με κάνει να αναζητήσω και πάλι την σκιά του σκοταδιού
που και που ξεγλιστρά το φεγγάρι ανάμεσα στις άμορφες μάζες των κτιριών που στοιχειώνουν το άλλοτε πολύχρωμο δρομάκι
συνεχίζω να το αγνοώ επιδεικτικά
Δεν μπορώ να αγνοήσω όμως το φως που με καρφώνει απ'το τέλος του μικρού δρόμου
όσο και αν θέλω, μου καίει τα μάτια
ξέρω πως έφτασε η ώρα. Το στομάχι μου έχει δεθεί πιο πολύ από καραβόσχοινο
ολόκληρος ο οργανισμός μου αντιδρά.
με προστάζει να υποχωρήσω στην αρχή του στενού-που πλέον φαντάζει ανύπαρκτη
Ανασαίνω δυνατά- η ανάσα μου κατακλύζει το βρώμικο μέρος και τα πνευμόνια μου έτοιμα να σκάσουν απ'την υπερβολική βρωμιά του αέρα
μαζεύω ό,τι έχει απομείνει από κάθε κύτταρο μου και συνεχίζω προς το εκτυφλωτικό φως.
Έφτασε η ώρα, ουρλιάζω δυνατά μέσα μου
Κραδαίνω την παλιά αναλογική μου μηχανή στο χέρι πιστεύοντας πως θα με σώσει αν καταφέρω να φυλακίσω μία στιγμή του χρόνου
Κάνω δύο βήματα μπροστά, έτοιμος να αντικρίσω όσα δεν μου είπε το φεγγάρι.


My happiness in pictures

I encountered some really cool photos of me and some of them had been quite forgotten for some strange reason. I like them all and I m planning to have some of them printed too. Many of them have been taken by a good friend, others by Amanda and Emma. I haven t used photoshop since I don t know how to , lol. I ve changed the colours in some of them since I love doing it. Anyways!





















Wednesday, 22 June 2011

Θάλασσα: Τα ξεχασμένα δάκρυα των γιγάντων - Στο λιμάνι

Μία ακόμη όμορφη μέρα ξεκίνησε
σαν ένα γερό καράβι που μόλις εγκαινιάστηκε
για τόπους άγνωστους, τόπους πέρα από κάθε φαντασία
με πλήρωμα άγνωστο, πλήρωμα λαθραίο και πλήρωμα αγαπημένο
και στην διαδρομή θα φανεί ποιος έκοψε εισιτήριο
ποιος μπούκαρε και ποιος με ψεύτικα χαμόγελα επιβιβάστηκε

μα δεν ανησυχώ και πολύ για όλα αυτά
γιατί είμαστε ακόμα στο λιμάνι, αγάπη μου
και σαλπάρουμε σε λιγάκι
με όλες τις βαλίτσες μας γεμάτες
έτοιμες να μας ακολουθήσουν παντού
και θα δεις πως, αυτό το ταξίδι όμορφο θα είναι
όπως και το χθεσινό, αλλά και το αυριανό

Και τώρα πρέπει να βιαστούμε
γιατί ήδη ακούω τα φουγάρα να μας χαιρετάνε
Τρέξε λοιπόν, τρέξε!
άσε λίγο το μυαλό σου στα χέρια μου
και τώρα, χαμογέλασε μου
Μα, γιατί σε καθυστερώ,ο αφελής;
το καράβι μας φεύγει σε λίγο
Ας μην αργήσουμε ξανά
γιατί ακόμη μία όμορφη μέρα ξεκίνησε
και είμαστε μαζί.



Tuesday, 21 June 2011

Θάλασσα: Τα ξεχασμένα δάκρυα των γιγάντων - Η αφή

Θάλασσα

Η αφή

  Αφή γλυκιά. Αφή τρυφερή και παθιασμένη. Σαν να χαϊδεύεις εκείνα τα πορφυρά μα εύθραυστα λουλούδια που μόλις διέσχισαν το μυαλό μου, αναίτια, για ακόμη μία φορά. Τότε, που βουτάς στα πιο σκοτεινά σοκάκια της, γνωρίζοντας πως μπορεί να μην γυρίσεις ποτέ πίσω, για να αντικρίσεις τα μάτια αυτά που αγαπάς, κάπου εκεί έξω, στη μακρινή στεριά. . Παίρνεις συνειδητά όρκο απαραβίαστο, υποθηκεύοντας τα πάντα, αμετάκλητα, για να χυθείς σε έναν αγώνα με θεριό ανίκητο, με αποτέλεσμα αβέβαιο και όνειρα ετοιμόρροπα. Μαγεύεσαι απ΄ το τραγούδι των Σειρήνων, νομίζεις πως βρήκες και εσύ την Ιθάκη σου. Αλλά δεν σε αδικώ. Και εγώ αυτό πιστεύω.Ναι. Θαρρείς πως, ανακάλυψες την απόλυτη λύτρωση, την πεμπτουσία του κόσμου αυτού, τη φιλοσοφική λίθο που θα σε ανταμείψει με σκόνη μαγική, σκόνη πολύχρωμη.


  Και όμως, αυτό σημαίνει για μένα η θάλασσα. Όταν με αγκαλιάζει με τα μακρυά της δάχτυλα, εκείνα τα άκαμπτα, ψυχρά και ρυτιδιασμένα άκρα της, νομίζω πως με τρυπάνε ατσάλινες βελόνες, το κορμί μου πως αιμορραγεί και παντρεύεται το κόκκινο με το μπλε. Μα, κοίτα ξανά,λέω. Όλα είναι εκεί, στη θέση τους. Να σε περιμένουν. Και όταν είσαι έτοιμος, ξεκινά το ταξίδι για το πάτο της αβύσσου. Ταξίδι μελωδικό, μοναχικό και γοργό.  Μα εγώ ,κάθε φορά, εύχομαι να διαρκέσει για πάντα, μέχρι να χαθείς εσύ. Μέχρι τα πνευμόνια μου να σκάσουν, μέχρι το αίμα μου να χυθεί και να μείνω κάτι λιγότερο από ένα άψυχο κουφάρι. Γιατί, όλα εκεί κάτω, φαντάζουν πιο όμορφα. Γιατί, όσο και να προσπαθήσεις, ξέρεις πως θα χάσεις. Ξέρεις πως πέθανε και η ελπίδα. Και αφού, επιτέλους, νίκησες την ελπίδα, που τόσο αχόρταγα ρούφαγε το μυαλό σου σαν βδέλλα, μπορείς να χαμογελάσεις. Να χαμογελάσεις στραβά, για άλλους τόπους. Για τόπους πέρα από τη θάλασσα...

Θάλασσα: Τα ξεχασμένα δάκρυα των γιγάντων- H ακοή

Θάλασσα

 Η ακοή

 Ήχοι μαγικοί. Σαν να τραγουδούν γοργόνες ενός σκουριασμένου βασιλείου στο βυθό της αβύσσου. Παφλασμοί των κυμάτων στην ακτή, να διώχνουν τα χρωματιστά αδύναμα βότσαλα, για να φέρουν νέα-δήθεν πιο δυνατά και καλοσχηματισμένα -για να κρατήσουν τη δύναμη του κυρίου τους. Της θάλασσας. Αλλά και όταν νευριάζει, πάλι πανέμορφη είναι. Όταν τα παιδιά της στέλνει να σαρώσουν την ακτή, όταν την βροντερή φωνή της ξεσπά πάνω στα άμοιρα βράχια- που απαιτεί να αντέξουν στην δίνη της , για να τα τιμωρήσει και πάλι αργότερα. Τότε οι ήχοι θαρρώ πως είναι τρομεροί. Μα δεν χρειάζεται να φοβάσαι, και πάλι.


 Αυτούς τους τσαλακωμένους και μπερδεμένους ήχους λέω,ναι, μην τους φοβάσαι

Και οι κύκλοι αυτοί της θάλασσας,δεν έχουν τελειωμό! Μέχρι να αρχίσει ο επόμενος, να σου τραγουδήσει τα ήρεμα εκείνα ξεφτισμένα τραγούδια, που σιγομουρμουρά απ'την αρχή του κόσμου. Γιατί μερικά πράγματα, μένουν για πάντα τα ίδια. Και, όπως η θάλασσα, σου απαγγέλνουν τα χιλιοειπωμένα αδειανά καβούκια τους.

Tuesday, 7 June 2011

για μία αγάπη που ποτέ δεν έλεγε να πάψει


Η παράκληση
Να μην κουραστείς να περιμένει εκεί
Εκεί, στου μυαλού μου την πρώτη σκέψη
στης μάχης την πρώτη γραμμή
στο μέτωπο πρώτος, και ας είσαι μόνος
Εκεί, για να σου δώσω το χρυσό
και ας άργησες να τερματίσεις
μία ζωή δίπλα μου, και όχι απέναντι
Κυρίαρχος του κόσμου
του κόσμου μου
Δυνάστης αγαπημένος
πολυπόθητος, και ας χάθηκε η ελευθερία
του έρωτά μου ταγός
της καρδιάς μου το πιο γλυκό χαμόγελο
του τέλους μου η συνέχεια

Οι αναμνήσεις 


Εκεί, στον πλακόστρωτο δρόμο με τα πολύχρωμα λουλούδια
με τις μυρωδιές τις άπειρες, τις χιλιοπαντρεμένες
τα όνειρα που μπερδέυαμε κάτω από τα αστέρια μας
όταν τον ήλιο αντικρύσαμε από ψηλά-γιατί και αυτόν περάσαμε, ναι
και γελάγαμε μαζί και πλάθαμε τον έρωτά μας, θυμάσαι?
που με τις σκέψεις μας ραντίσαμε το μέλλον
τότε, που τα χέρια μας ενώσαμε και τίποτα δεν θα μας χώριζε
όταν για αγάπη μιλάγαμε και η φύση σώπαινε
που ψιθυριστά σου τραγουδούσα και απαλά πετούσαν οι αγαπημένες σου λέξεις
που κοκκίνιζα με τις αγαπημένες σου λέξεις
γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω το γιατί
Τότε, που όλα έμοιζαν να με αγαπάνε
που ορκιζόμασταν πως τίποτα δεν θα μας διέλυε
που η αδιαφορία κοιτούσε και ζήλευε την αγάπη
που τα κόρμια μας ενώνονταν σε ένα, και τίποτα δεν μπορούσε να μας χωρίσει
όταν το πάθος μας άνθιζε και τους πόθους μας σβήναμε,
και σιγοτραγουδάγαμε τις ομολογίες μας,
για μία αγάπη που ποτέ δεν έλεγε να πάψει


Ευχαριστώ που υπάρχεις


Sunday, 5 June 2011

Η σύγχυση του μυαλού μου

Η νύχτα αυτή δεν θα διαφέρει και πολύ απ'τις υπόλοιπες
όσες περάσανε, και όσες περιμένω χωρίς να ξέρω το λόγο
ίσως μάταια
στη γωνιά μου, ξανά στο μισοσκόταδο
η μία πλευρά στο φως, η άλλη στο σκοτάδι

Απόψε νιώθω τιποτένιος μάγειρας
ανακατεύω αιχμηρές αναμνήσεις και αγκαθωτές σκέψεις
χωρίς καμία συνταγή
απλά παραδωμένος στην απειρία μου

Και αναρωτιέμαι ξανά, αι οι σβούρες που στροβιλίζουν στο μυαλό μου
Άραγε υπήρξαν κάποτε; ή οφθαλμαπάτη είναι;
Γιατί μόνο άπιαστες σκιές μπορώ να αγαπήσω...
 

Saturday, 4 June 2011

Η γραμμή που τελείωσε


Μία απ' τις νύχτες που σε κάνουν να αναπολείς τα παλιά
να νοσταλγείς το χαμένο χαμόγελο, την κλεμμένη χαρά

Ούτε να κλαις δεν θυμάσαι, είμαι σίγουρος
και τα χείλη που σου δώσανε,με τη μία αχρήστευσες
λησμονώντας αυτά για τα οποία σου χαρίστηκε η ζωή

Χάλασες και εσύ, και ας ξεκίνησες με τόσο πάθος
με καλάθι γεμάτο έρωτα,γεμάτο κίνηση μαγική
άλλοτε ανθισμένα λιβάδια ονειρευόσουν
πλέον να νιώσεις δε μπορείς
να φιλήσεις, να καείς, να λαμπαδιάσεις από έρωτα
ακόμα και τα μάτια σου που τόσο αγαπούσα
άψυχες πέτρες γίνανε, σαν μονομιάς να πάγωσαν

Οι σκέψεις σου ξένες για μένα
άλλοτε τις λάτρευα, πλέον να με αγγίξουν ανίκανες

Μα δε θέλω να με κοιτάς έτσι, με αυτό το αποτυχημένο στραβό χαμόγελο
που τόσο πάσχιζα να μιμηθώ, και τόσο αδέξια το πετύχαινα

Τι σου είναι τα εκμαγεία, ψάθινοι άνθρωποι
φτιαγμένοι απο αέρα
για να τους πάρει ο πρώτος άνεμος
και να σου φέρει τους επόμενους

Ρυτίδιασες, και ας είσαι ακόμη νέος

Μα, σε παρακαλώ, μην τρέξεις να γλιτώσεις, δε μπορείς
μπροστά σου είναι αυτός που φοβάσαι
αυτός που σε αγάπησε και σε πήγωσε πιο πολύ απ' το θάνατο

εγώ σε σάπισα, σαν νεκρό κουφάρι

Ανέκαθεν ντρεπόμουν να κοιτάω εσένα
Ανέκαθεν ντρεπόμουν να κοιτάω τον καθρέφτη


Σήμερα πάλι τελευταίος τελείωσα

Δεν είναι περίεργο
Το ήξερα πως τελευταίος θα τερμάτιζα για ακόμη μία φορά
Δεν είναι ούτε η πρώτη, άλλωστε, ούτε η τελευταία
[...]
Όσο γρήγορα και αν έτρεχα, οι άλλοι με προσπέρασαν τόσο γρήγορα!
Δεν τους ξέρω - Ή μάλλον, τους ξέρω
Είναι οι γνωστοί άγνωστοι απ'το μέρος που φοβάμαι πιο πολύ

Εσύ τους άφησες να με νικήσουν.Μπορούσες να κλέψεις, για να βγώ εγώ πρώτος. Μα δεν το έκανες.

Εντάξει, ούτε αυτό είναι περίεργο
Ανέκαθεν τελευταίος τερμάτιζα
και ας έλεγες πως τρόπαιο σήκωνα στης καρδιάς σου το πιο ψηλό βάθρο

Μα δεν είναι αγάπη αυτό. Έτσι δεν είναι? Πάντα πρώτος δεν θα έπρεπε να φτάνω στο τέλος?

Το τέλος
Μοίαζει τόσο μακρινό για μας! Ούτε στον ορίζοντα δεν αχνοφαίνεται, να φανταστείς

Μα φοβάμαι τους νικητές
που πάντα πρώτοι τερματίζουν
και όλα σου τα κλέβουν απ' εμένα
Το χαμόγελο και την καρδιά
Για μένα αυτά είσαι εσύ
Τίποτα παραπάνω, τίποτα παρακάτω
και στο λέω τόσες φορές
δεν το νιώθεις στα μάτια μου;

όμως δεν κουράστηκα ακόμα
γιατί δύναμη απ'εσένα παίρνω αιώνια
και τα μάτια σου θα συνεχίζω να κοιτώ
και την καρδιά σου να πολιορκώ
και ας τερματίζω για πάντα τελευταίος
όπως και σήμερα